Έβρεξε πολύ φέτος και συνεχόμενα του είπαν στο χωριό.
Η αυλή του ήταν περίπου δύο στρέμματα. Ορεινό χωριό, με ένα μικρό πετρόχτιστο
σπιτάκι σαράντα τετραγωνικά στην άκρη αυτής της αυλής, αν μπορούσε να την
χαρακτηρίσει έτσι. Είχε μόλις φτάσει μετά από ένα οδικό ταξίδι έξι ωρών.
Πάρκαρε το αυτοκίνητό του και ήλπιζε πως αυτό που αντίκριζε ήταν μόνο μια μικρή
έκταση. Φυσικά έκανε λάθος.
Όλο το πρωί ασχολήθηκε με το εσωτερικό του σπιτιού. Τον έτρωγε αυτό που
υπήρχε εκεί έξω, όμως αν δεν είχε που να μείνει δεν είχε νόημα.
Το μεσημέρι έφαγε κάτι πρόχειρο που είχε πάρει νωρίτερα στο ταξίδι για να
μην ασχοληθεί και με αυτό φτάνοντας. Πού και πού κοιτούσε από το παράθυρο το
χάος που υπήρχε εκεί έξω. Είχε πάρει ήδη δύο τρία τηλέφωνα σε κάποιους
ανθρώπους που αναλάμβαναν τέτοιου είδους εργασίες, όμως όλοι τους είχαν για
πολλές μέρες δουλειά και δεν μπορούσαν να τον εξυπηρετήσουν. Έτσι και με βαριά
καρδιά πήρε την απόφαση ότι το ίδιο απόγευμα θα φορτωνόταν το χλοοκοπτικό του
μηχάνημα και θα ξεκινούσε την καθαριότητα.
Όταν χτύπησε το ξυπνητήρι μετά την απαραίτητη ανάπαυλα, δεν ήθελε να
ξυπνήσει με τίποτα. Το ταξίδι και οι πρωινές καθαριότητες τον είχαν καταβάλει,
όμως εκείνο το πλέγμα από αγριόχορτα έπρεπε να φύγει όσο το δυνατόν
γρηγορότερα. Φόρεσε τη στολή του, τα προστατευτικά γυαλιά και γάντια, έβαλε
βενζίνη στο μηχάνημα και βγήκε έξω.
Έκατσε για λίγο σαν πολεμιστής μπροστά στις στρατιές των εχθρών και μάζεψε
θάρρος. Έβαλε μπροστά και ξεκίνησε να κόβει τις πρώτες σειρές από χόρτα. Μια
πρώτη σπιθαμή ελεύθερου εδάφους είχε εμφανιστεί. Μια μικρή νίκη στον πόλεμο.
Το σχέδιο του ήταν απλό. Θα πήγαινε περιμετρικά στο οικόπεδό του έτσι ώστε
να βρει τον φράχτη. Μόλις θα έφτανε στο τέλος της περιμέτρου, θα ξεκινούσε σαν
φαντασματάκι στο Pacman να
«τρώει» λίγο λίγο τα χόρτα μέχρι πίσω στο σπίτι του.
Ξεκίνησε από τη δεξιά μεριά και άρχισε να προχωράει. Ενώ στην αρχή του ήταν
πιο εύκολο, όσο πήγαινε προς τα μέσα, τα πράγματα δυσκόλευαν. Τα αγριόχορτα
είχαν μπλεχτεί μεταξύ τους και με κάποια βάτα που είχαν ξεπηδήσει και όλα μαζί
ζόριζαν λίγο παραπάνω το μηχάνημα. Εκείνο συνέχισε να γουργουρίζει δυνατά, ενώ
πέρα από τη σκόνη και τα χιλιάδες μικρά κομματάκια χόρτων που πετάγονταν πάνω
του, το άρωμα της βενζίνης τον είχε κάνει να ζαλιστεί. Αναρωτιόταν γιατί όταν
μικρός του άρεσε τόσο πολύ να μυρίζει την βενζίνη όταν ο πατέρας του πήγαινε με
το αμάξι στο βενζινάδικο για ανεφοδιασμό.
Κάποια στιγμή είδε επιτέλους μπροστά του τον φράχτη. Από πίσω δεν φαινόταν
τίποτα. Κανονικά υπήρχε ένας χωματόδρομος, όμως και η εξωτερική μεριά του
φράχτη δεν είχε καλύτερη τύχη από την εσωτερική. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε κάνει
να φτάσει εκεί, όμως ήταν μια σημαντική νίκη. Θα συνέχιζε προς τα αριστερά για
να πάει παράλληλα. Ήταν πλέον πιο εύκολο. Κοίταξε τη μεσινέζα στην κεφαλή του
χλοοκοπτικού. Φαινόταν να χρειάζεται αλλαγή. Είχε λίγη ακόμα, όμως σίγουρα σε
λίγο θα έπρεπε να σταματήσει πάλι. Είχε ήδη μετανιώσει που δεν είχε αγοράσει
αυτόματη κεφαλή, όπως είχε κάνει ένας φίλος του. Γύρισε για να πάει για την
αλλαγή.
Όμως το μονοπάτι που με τόσο κόπο είχε ανοίξει δεν ήταν εκεί.
Στην αρχή κοίταξε με απορία.
Μάλλον μπερδεύτηκα.
Κοίταξε τριγύρω ψάχνοντας το σημείο που είχε καθαρίσει. Προφανώς είχε
στρίψει λάθος. Κι όμως με εξαίρεση το πλέγμα πίσω του, δεν υπήρχε πουθενά
σημείο που να υποδείκνυε πως μόλις είχε καθαρίσει.
Ήταν περισσότερο τσαντισμένος παρά μπερδεμένος σε εκείνη τη φάση.
Προσπάθησε να καταλάβει τι έκανε λάθος. Αποφάσισε να γυρίσει προς τα πίσω. Είχε
ακόμα λίγη μεσινέζα στο μηχάνημα, επομένως μπορούσε να ανοίξει το μονοπάτι.
Ίσως στο τέλος να πέρασε κάποια συστάδα και με το που έκανε το πρώτο κόψιμο να
έβλεπε μπροστά του τον δρόμο που είχε καθαρίσει.
Ξεκίνησε και πάλι να δουλεύει το μηχάνημα. Εκείνο συνέχισε να γουργουρίζει
και να δουλεύει μπροστά του ανοίγοντας δρόμο. Το μονοπάτι δεν εμφανιζόταν όμως.
Έτσι αποφάσισε να διαγράψει έναν κύκλο στο σημείο που ήταν με κέντρο τον ίδιο
και να αρχίσει να τον επεκτείνει σε κάθε κατεύθυνση με σκοπό να αποκαλύψει το
σημείο. Συνέχισε να ανοίγει δρόμο μέχρι που ένας κυκλικός δίσκος με διάμετρο
περίπου τέσσερα μέτρα είχε δημιουργηθεί γύρω του. Για κάποιον λόγο το μυαλό του
πήγε στα αγρογλυφικά που έβλεπε κατά καιρούς σε διάφορες ιστοσελίδες και
σκέφτηκε πόση τέχνη θα ήθελε να φτιάξει κάποιος ένα σχήμα μέσα στο πουθενά όταν
ο ίδιος δεν μπορούσε να βρει ούτε το μονοπάτι που μόλις είχε δημιουργήσει.
Το πρόβλημα ήταν ότι ακόμα και έτσι το μονοπάτι δεν ήταν πουθενά. Σκέφτηκε
να περάσει τον φράχτη του από την εξωτερική μεριά και έτσι να βγει στον
χωματόδρομο. Το πρόβλημα ήταν πως ο φράχτης του ήταν ψηλός. Δύο μέτρα και χωρίς
κάτι να πιαστεί ώστε να περάσει από πάνω. Φυσικά δεν είχε μαζί του κάποιο
εργαλείο να κόψει τον φράχτη. Δεν χρειαζόταν. Ούτε το κινητό του. Θα έκοβε απλά
χόρτα στον κήπο.
Και διψάω γαμώτο.
Προσπάθησε να προσανατολιστεί. Ήταν απόγευμα και ο ήλιος ταξίδευε δυτικά.
Όταν ξεκίνησε να κόβει τον είχε κατάματα, άρα αν ήθελε να επιστρέψει θα έπρεπε
να τον έχει στην πλάτη του. Γύρισε προς την κατεύθυνση εκείνη. Το μηχάνημα δεν
είχε να του δώσει άλλη μεσινέζα. Δεν μπορούσε να κόψει πλέον τίποτα. Ευτυχώς
ήταν ντυμένος καλά από πάνω μέχρι κάτω γιατί τελικά θα έπρεπε να χωθεί στα
χόρτα και να πάει προς το σπίτι του.
Άρχισε να χώνεται και να προχωράει όλο και πιο δύσκολα. Κάποια αγκάθια
διαπερνούσαν τη στολή του και τον τραυμάτιζαν σε χέρια και πόδια. Ένιωθε
φαγούρα στο κεφάλι του ενώ ο ιδρώτας έπεφτε μέσα στα μάτια του και τα έκανε να
τσούζουν.
Όμως είχε εκνευριστεί απίστευτα. Μόλις έβγαινε θα σταματούσε. Θα έπαιρνε
τηλέφωνο να του βρουν έναν άνθρωπο, οποιονδήποτε - κι ας έπαιρνε τα διπλά από
τους άλλους - να κάτσει να κάνει τη δουλειά. Είχε έρθει να ξεκουραστεί όχι να κόβει
χόρτα.
Συνέχισε με απελπισία. Το σπίτι δεν ήταν πουθενά εκεί κοντά.
Έλα τώρα! Πώς είναι δυνατόν;
Άρχισε να τραβάει τα χόρτα με μανία. Προχωρούσε συνεχώς έχοντας στο μυαλό
του πως ο ήλιος πρέπει να παραμείνει πίσω του. Όμως περπατούσε πόσο; Ένα
τέταρτο; Είκοσι λεπτά; Θα έπρεπε να έχει βγει από τα όρια του οικοπέδου του,
όχι απλά να έχει βρει το σπίτι του.
Τι σκατά συμβαίνει;
Η απελπισία είχε αρχίσει να φωλιάζει στην ψυχή του. Από κάποιο σημείο και
μετά άρχισε να μην σκέφτεται. Άρχισε να σπρώχνει άτακτα μέσα στα χόρτα προς οποιαδήποτε
κατεύθυνση. Μετά από λίγο άρχισε να φωνάζει. Ήλπιζε σε ένα θαύμα. Κανείς δεν
περνούσε τέτοια ώρα από το σπίτι του.
«Βοήθεια!»
Βοήθεια τι; Ανταπάντησε στον
εαυτό του. Βοήθεια χάθηκα στην αυλή μου;
Συνέχισε να φωνάζει ενώ έψαχνε διέξοδο. Κάποια στιγμή σταμάτησε. Κοίταξε
τον ήλιο. Αναρωτιόταν πόση ώρα έμενε τελικά μέχρι να δύσει. Πόση ώρα είχε
περάσει που στριφογυρνούσε μέσα στα χόρτα του σπιτιού του. Του ίδιου του του
σπιτιού.
Ξαφνικά ακούστηκε ήχος στα δεξιά. Κάτι σύρθηκε μέσα στα χόρτα.
«Ποιος είναι εκεί;»
Το σύρσιμο συνέχισε να ακούγεται. Σκέφτηκε πως το χειρότερο σενάριο θα ήταν
ένα αγριογούρουνο. Όχι ένα φίδι, ένα αγριογούρουνο. Αν του επιτεθεί δεν έχει
ελπίδες. Προσπάθησε να μείνει σιωπηλός. Αν ήταν άνθρωπος σίγουρα θα φώναζε το
όνομα του, ή στην τελική αν είχε χαθεί θα φώναζε κι αυτός για βοήθεια (ναι στο
μυαλό του ήδη ήταν απόλυτα λογικό να χάνονται άνθρωποι στην αυλή του).
Ο ήχος απομακρύνθηκε λίγο ακόμα. Έμεινε σιωπηλός λίγο ακόμα και μετά
ξεκίνησε πάλι να περνάει μέσα από τα χόρτα. Είχε γδαρθεί σε εκατό σημεία αλλά
ήταν το τελευταίο πράγμα που τον ενδιέφερε. Ο ήλιος συνέχιζε την καθοδική του
πορεία. Σκεφτόταν πόσο εξαρτημένος ήταν από το κινητό και παρόλα αυτά πως το
είχε ξεχάσει πάνω στο τραπέζι την ώρα που έβγαινε έξω. Σχεδόν μειδίασε με την
τραγική ειρωνεία του πράγματος. Τη μόνη φορά που του ήταν απαραίτητο δεν το
είχε μαζί του. Προς υπεράσπισή του βέβαια θα έκοβε απλά λίγα χόρτα.
Έκατσε ανακούρκουδα να αναλογιστεί τις επιλογές του.
Δεν είχε καμία.
Έπρεπε να συνεχίσει μέχρι να βρει την έξοδο.
Ξαφνικά μια σκέψη έλαμψε στο μυαλό του με τρόπο που του θύμισε εκείνη τη
λάμπα που άναβε πάνω από τα κεφάλια των κινούμενων σχεδίων.
Στην αυλή του υπήρχε ένας στύλος της ΔΕΗ με φως πάνω. Όταν θα νύχτωνε το
φως θα άναβε. Θα ήταν ο φάρος που χρειαζόταν για να προχωρήσει μέχρι το σπίτι.
Ειδικά μες στο σκοτάδι θα ήταν πανεύκολο. Έκατσε κάτω ανασαίνοντας καλύτερα.
Ο ήλιος έπεσε και δεν άργησαν να φανούν τα πρώτα αστέρια. Δεν ήξερε και
πολλά από αστέρια, μπορούσε να ξεχωρίσει καμία φορά τη μεγάλη άρκτο, αλλά μέχρι
εκεί. Εκείνη τη στιγμή δεν τον ένοιαζε και ιδιαίτερα ο νυχτερινός ουρανός. Έψαχνε
το τεχνητό φως της ανθρωπότητας που θα τον λύτρωνε. Κι αυτό εμφανίστηκε τη
σωστή ώρα, λίγο μετά τη δύση του φυσικού φωτός.
Σηκώθηκε και άρχισε να προχωράει προς τα εκεί. Πήγαινε αργά γιατί το
σκοτάδι τον δυσκόλευε να βλέπει που πατάει. Τα χόρτα του φαίνονταν πιο πυκνά προς
το σημείο που περπατούσε. Όσο προχωρούσε τόσο ένιωθε τα κλαδιά και τα χόρτα
γύρω του να πολλαπλασιάζονται. Το βήμα του είχε γίνει βαρύ. Από κάποιο σημείο
και μετά ένιωσε να σέρνει τα χέρια και τα πόδια του με δυσκολία. Το φως
φαινόταν πιο κοντά, όμως δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο. Συνειδητοποίησε κάτι και
ο τρόμος ενεργοποιήθηκε μέσα του. Τα χόρτα είχαν τυλιχθεί γύρω από τα πόδια και
τα χέρια του. Ήταν δεμένος με αυτά.
Μα πώς είναι δυνατόν;
Προσπάθησε να βγει, μα ένιωσε να σφίγγουν γύρω από τους καρπούς του.
Έμοιαζαν να είναι ζωντανά. Άρχισε και πάλι να φωνάζει. Τα κλαδιά τον
τράβηξαν προς το έδαφος. Ήταν πλέον σαν ζωντανά πλοκάμια. Ούρλιαζε για βοήθεια.
Ένα σύρσιμο ακούστηκε πάλι και τον έκανε να σταματήσει.
Κάτι έπαιζε μαζί του. Ήταν εκεί πίσω από τα χόρτα και τον παρακολουθούσε
όλη την ώρα. Περίμενε μέχρι να ακινητοποιηθεί. Είχε πέσει στην παγίδα.
Πίσω από τα χόρτα το σύρσιμο δυνάμωσε. Ένιωσε να έρχεται από παντού γύρω
του. Μπροστά του εμφανίστηκε μια μεγάλη σκοτεινή φιγούρα. Δεν μπορούσε να
καταλάβει τι ήταν. Ένας συριγμός ακολούθησε την εμφάνιση του. Έμοιαζε με
τεράστια αράχνη.
Εγώ ήθελα να κόψω μόνο τα χόρτα και να ξεκουραστώ.
Ήταν η τελευταία σκέψη που έκανε.
Πίσω στο σπίτι το κινητό του αναβόσβηνε. Κάποιος καλούσε συνεχώς να μάθει
πού βρίσκεται.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου