Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2021

Άυπνος (Διήγημα)

Την πρώτη φορά που μπήκε στο γραφείο δεν μου γέμισε το μάτι. Φορούσε μια φόρμα και αθλητικά παπούτσια. Δεν μιλούσε καθόλου και είχε συνεχώς το νου του στο κινητό του. Έκατσε δίπλα μας στον καναπέ κάνοντας ένα νεύμα, χωρίς καν να μας κοιτάξει. Συνέχισε να κοιτάζει το κινητό του. Έπαιζε κάποιο παιχνίδι από αυτά που πρέπει να βάλεις τα ίδια χρώματα στη σειρά και να μαζέψεις όσους περισσότερους πόντους μπορούσες. Κοιτάξαμε και πάλι την γιατρό. 

«Είναι λίγο ιδιόρυθμος, αλλά εμπίστευτείτε με, είναι ο καλύτερος»

«Και...θα καταφέρει πράγματι να δει τι πάει λάθος;»

Η φωνή της μητέρας μου ακουγόταν σπασμένη, ενώ ο πατέρας μου δεν μιλούσε καθόλου. Μπορούσε ήδη να καταλάβω τι σκεφτόταν. Εδώ που τα λέμε το ίδιο σκεφτόμουν και εγώ. Πώς ένας τέτοιος τύπος θα κατάφερνε να θεραπεύσει τις αυπνίες μου;

«Κοιτάξτε, πριν δέκα χρόνια θα σας έλεγα πως αυτή η μέθοδος είναι πειραματική. Άνθρωποι σαν τον Άρη, φαίνεται πως κατέχουν τη δυνατότητα αυτή, όμως πρέπει πρώτα να εκπαιδευτούν. Ο Άρης ήταν ο πρώτος που εκπαιδεύτηκε όταν ήταν ακόμα και ο ίδιος παιδί. Είμαι σίγουρη πως μέσα σε λίγότερο από μία ώρα θα έχουμε τελειώσει». 

Μας οδήγησαν σε έναν θάλαμο με δύο κρεβάτια. Πίστευα πως θα είναι ένας άδειος χώρος με έντονο λευκό φως, μα στην πραγματικότητα ήταν ένα απλό υπνοδωμάτιο. 

«Εδώ θα κοιμηθείτε, ο καθένας στο κρεβάτι του. Το μόνο που θα σας συνδέει είναι αυτό το καλώδιο που θα στερεώσουμε εξωτερικά στο κεφάλι σας. Θα πάρεις ένα φάρμακο και θα κοιμηθείς μια ώρα. Όταν ξυπνήσεις όλα θα είναι εντάξει»

Οι γονείς μου με φίλησαν και βγήκαν έξω. Θα έμεναν σε ένα διπλανό δωμάτιο και θα μπορούσαν να βλέπουν τη διαδικασία από μία κάμερα. Έτσι θα ήταν σίγουροι πως υπήρχε απόλυτη διαφάνεια στη διαδικασία. 

***

Δεν ήθελαν από την αρχή να δοκιμάσουμε αυτή τη μέθοδο, μα ήταν η τελευταία τους ελπίδα. Οι αϋπνίες που είχαν από μικρό παιδί είχαν χειροτερεύσει. Ήμουν δεκαπέντε χρονών και ήδη περνούσαν μέχρι και δύο εβδομάδες χωρίς να κοιμηθώ καθόλου. Όλοι πίστευαν στην αρχή πως είναι ψυχολογικό, αργότερα έψαξαν για παθολογικούς παράγοντες, μα τίποτα δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί έμενα άυπνος. Και φυσικά κανένας δεν μπορούσε να μου δίνει δυνατά ψυχοφάρμακα από αυτή την ηλικία σε καθημερινή βάση μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Το πιο περίεργο από όλα ήταν πως δεν είχε επηρεάσει καθόλου τη συμπεριφορά μου. Σίγουρα έχετε ακούσει για εκείνο το περίφημο πείραμα στη Ρωσία με τους στρατιώτες που έμειναν άυπνοι και το πως κατέληξαν. Εγώ δεν είχα καμία παρενέργεια. Λες και απλά ο οργανισμός μου είχε επιλέξει να είναι άυπνος. 

Όταν μας πρότειναν αυτή τη μέθοδο, οι γονείς μου αρνήθηκαν. Είχαν ακούσει για τα παιδιά-υπνονόμους (στην αρχή είχα ακούσει υπονόμους και αναρωτιόμουν γιατί τα ονόμασαν έτσι) και η φήμη που τους ήθελε να βασανίζονται για να κάνουν όσα κάνουν, αρκούσε για να μείνουμε μακριά από αυτό. Όμως πριν δύο εβδομάδες έγινε κάτι που μας έπεισε πως έπρεπε πλέον να δοκιμάσουμε και αυτή τη μέθοδο σαν μία απέλπιδα προσπάθεια. 

Ήταν το όγδοο βράδυ χωρίς ύπνο. Διάβαζα ένα βιβλίο. Θεωρητικά θα μπορούσε να με ηρεμήσει. Μου άρεσε το διάβασμα επομένως αυτός ο έξτρα χρόνος της αϋπνίας ήταν ευλογία σε αυτό το κομμάτι. Μόνο που για πρώτη φορά έκανα κάτι που δεν είχα ξανακάνει. Υπνοβατούσα ενώ ήμουν ξύπνιος. Το σώμα μου σηκώθηκε μόνο του και άρχισε να περπατάει ενώ εγώ ακόμα διάβαζα το βιβλίο που είχα στο χέρι μου. Ήταν σαν βρισκόμουν μέσα σε ένα ρομπότ που πήγαινε μόνο του. Άρχισα να φωνάζω τους γονείς μου. Ξύπνησαν και με πρόλαβαν τη στιγμή που το σώμα μου προσπαθούσε να ανοίξει την μπαλκονόπορτα. Σκεφτείτε τι θα γινόταν αν  το σώμα μου είχε σκεφτεί να πέσει από το μπαλκόνι! Ο φόβος για το τι θα μπορούσα να κάνω (όχι εγώ αλλά το σώμα μου) μας έφερε σε αυτή την ύστατη λύση. 

Η εξήγηση που μας έδωσαν, στην επιστημονική της βάση, ήταν λογική. Κάποια ανωμαλία σε ένα κομμάτι του εγκεφάλου, έδινε λάθος εντολή και ο οργανισμός μου αρχικά νόμισε πως είχε χορτάσει ύπνο και κατ' επέκταση η τελευταία αυτή εξέλιξη είναι κάποια ακούσια κίνηση, επειδή κάποιος νευρώνας λειτουργεί λάθος. Η θεραπεία που προτείνουν είναι μια μικρή διόρθωση αυτού του νευρώνα. Αυτό που δεν μπορούν να εξηγήσουν είναι πως ένας άνθρωπος σαν τον Άρη μπορεί να εντοπίσει αυτή την αλλαγή και να τη διορθώσει. Είναι σαν να συνδέονται δύο υπολογιστές μεταξύ τους και ο ένας να διαμορφώνει τον άλλον. Το πώς μάλλον δεν το έχει απαντήσει ακόμα η νευροβιολογία. 

Η βελόνα τρύπησε το μπράτσο μου και ένιωσα ένα μικρό μούδιασμα. Σε λίγο έσβησαν και τα φώτα. Ο Άρης δίπλα μου, που ακόμα δεν είχε μιλήσει, έκλεισε το κινητό του και ξάπλωσε κλείνοντας τα μάτια του. Εγώ έμεινα με ανοιχτά τα μάτια μέσα στο σκοτάδι. Περίμενα να έρθει ο ύπνος. Θεωρητικά είχαν χρησιμοποιήσει ένα ισχυρό φάρμακο που θα δρούσε. Μου είχαν πει πως δύο με τρία λεπτά αργότερα θα κοιμόμουν αλλά πρέπει να είχε περάσει πάνω από ένα τέταρτο και ακόμα δεν είχα κλείσει τα μάτια μου. Αυτό μου είχε φέρει νευρικότητα. 

«Κλείσε τα μάτια σου και άνοιξε την πόρτα»

***

Άκουσα μια φωνή μες στο σκοτάδι. Ήταν ο Άρης. Δεν είχα ακούσει τη φωνή του μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Ρώτησα ποια πόρτα, αλλά δεν πήρα απάντηση. Έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να συγκεντρωθώ. Λίγο πιο μετά άκουσα πράγματι ένα χτύπημα. Μετά από λίγο ακόμα ένα. Σε κάθε χτύπο ένα φως άναβε στο μυαλό μου. Φωτιζόταν το σκοτεινό δωμάτιο. Κάποια στιγμή είδα μια πόρτα να σχηματίζεται μπροστά μου. Κατάλαβα τι εννοούσε. Πήγα και του άνοιξα. Τον είδα να μπαίνει μέσα. Κοίταξε τριγύρω. Φαινόταν διαφορετικός. Πολύ πιο ενεργητικός από ότι συνήθως. Προφανώς εκεί μέσα ήταν η δράση. Αυτό που περίμενε. 

«Θα μείνεις δίπλα σε αυτή την πόρτα. Ό,τι και να ακούσεις, ό,τι και να δεις μη φύγεις από εδώ. Θα έρθω κάποια στιγμή και θα φύγω. Μόνο τότε θα κλείσεις την πόρτα και θα ανοίξεις τα μάτια σου. Εντάξει;»

Έκανα ένα νεύμα ότι κατάλαβα. 

«Τι έχω πραγματικά;»

«Υπάρχει ένας Άυπνος στον οργανισμό σου.»

«Ένας τι;»

«Ένας ξενιστής από άλλον κόσμο. Οι Άυπνοι είναι όντα που έχουν καταφέρει και ταξιδεύουν στα όνειρα μας. Από εκεί όταν βρουν χώρο μπαίνουν μέσα μας και σιγά σιγά αποκτούν τον έλεγχο μας, μέχρι που εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Η μόνη λύση είναι να έρθει κάποιος και να τους σκοτώσει. Αυτοί εκεί έξω δεν ξέρουν τίποτα. Και να το πεις δεν σε πιστεύουν. Όλα πρέπει να έχουν επιστημονική εξήγηση...»

«Εσύ πώς ξέρεις να το κάνεις αυτό;»

«Σε κάποιο όνειρο μου όταν ήμουν μικρός είχα περάσει στον κόσμο τους, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Μείνε εδώ και ό,τι και να γίνει, μην αφήσεις να κλείσει η πόρτα.»

Τον είδα να χάνεται στο σκοτάδι. Έμεινα εκεί και προσπαθούσα να αφουγκραστώ το οτιδήποτε. Είχαν έναν ξενιστή μες στο μυαλό μου. Αναρωτιόμουν πόσοι άνθρωποι είχαν κάτι παρόμοιο και πόσοι ήταν εκείνη που ο ξενιστής τους είχε κατακτήσει ολοκληρωτικά. Η σκέψη πως μυθικά όντα όπως οι βρικόλακες μπορεί να μην ήταν και τόσο μυθικά άρχισε να τριβελίζει τη σκέψη μου. Όλα διακόπηκαν από έναν ήχο.

Ένα μικρό γουργουρητό ακούστηκε. Μπορούσα να ακούσω κάτι εκεί κοντά μου. Έμοιαζε με ήχο από κάτι που γρύλιζε. Ένιωθα να απειλούμαι από το σκοτάδι. Έπρεπε όμως να μείνω εκεί όπως μου είχε πει. Άλλωστε ήταν μόνο η φαντασία μου και τίποτε άλλο. Είδα κίτρινα μάτια μες στο σκοτάδι να με κοιτάζουν. Τρία κίτρινα μάτια εμφανίστηκαν και πλησίαζαν.

«Άρη, πού είσαι;»

Καμία απάντηση. 

Το πλάσμα ακουγόταν να πλησιάζει συνεχώς. Προσπαθούσα να φωτίσω πάλι το δωμάτιο, όπως όταν ακούγονταν τα χτυπήματα αλλά δεν τα κατάφερα. Ήθελα να περάσω την πόρτα και να κλειδωθώ από την άλλη μεριά, αλλά προφανώς κάτι θα πήγαινε στραβά αν το έκανα αυτό. Έπρεπε να υπερασπιστώ την πόρτα. 

Φτερούγισμα ακούστηκε από την άλλη μεριά του σκοτεινού δωματίου. Έπεσα και καλύφθηκα. Σκέφτηκα πως ήταν νυχτερίδες, μα ο ήχος ήταν πιο δυνατός. Σαν τον ήχο που κάνουν τα περιστέρια όταν σηκώνονται όλα μαζί (και κοράκια;). Φαινόταν πως η φαντασία μου ήταν έτοιμη να μου επιτεθεί. Τα φώτα αναβόσβησαν και αυτό που είδα στιγμιαία δεν ήταν ούτε πουλιά ούτε κάποιο πλάσμα. Ήταν ένας άνθρωπος. Ή τουλάχιστον η σιλουέτα ενός ανθρώπου. Ήταν ο Άυπνος. Το φως συνέχισε να αναβοσβήνει.

Άκουσα τον Άρη να τρέχει. 

«Μην ανοίγεις τα μάτια θα με κλειδώσεις εδώ μέσα!»

«Δεν το κάνω εγώ! Συμβαίνει πάλι!»

Το σώμα μου άρχισε να τρέμει ολόκληρο. Μπορούσα να ακούσω το τρέμουλο μέσα στο μυαλό μου. Ο Άρης έφτασε δίπλα στην πόρτα. 

«Είναι ένας άνθρωπος εδώ μαζί μου.»

Του έδειξα το κενό. Πήγε προς τα εκείνο το σημείο. 

«Πρέπει να τον βρω αμέσως!»

Τα φώτα άναψαν και ένα ουρλιαχτό ακούστηκε. Άνοιξα τα μάτια μου. Το σώμα μου είχε ξυπνήσει, είχε σηκωθεί και περπατούσε χωρίς να το ελέγχω. Πήγε προς το σώμα του Άρη. Όχι!

Οι άνθρωποι της κλινικής έτρεξαν να μπουν μέσα. Δεν πρόλαβαν όμως. Είχα κόψει το καλώδιο. Έκλαιγα και φώναζα να με σταματήσουν. Το σώμα του Άρη φαινόταν νεκρό εκεί απέναντι. Προσπάθησα να επανακτήσω τον έλεγχο του εαυτού μου. Έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να βρεθώ πάλι σε εκείνο το δωμάτιο. Ουρλιαχτά ακούγονταν μες στο κεφάλι μου και λιποθύμησα. 

***

Ήμουν σε κώμα έξι μήνες. Ή τουλάχιστον έτσι μου είπαν. Μόλις ξύπνησα, όλοι είπαν πως είχε γίνει ένα μικρό θαύμα. Και λίγα έλεγαν. 

Έμεινα λίγο καιρό ακόμα στο νοσοκομείο. Φαινόταν πως ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε συμβεί με είχε κάνει καλά. Κοιμόμουν κανονικά στην ώρα μου και δεν είχα καμία κρίση. Αστειευόμουν πως δεν ήμουν σε κόμμα, απλά προσπαθούσα να αναπληρώσω τις ώρες ύπνου που είχα χάσει. 

Είχα χάσει ολόκληρη τη χρονιά στο σχολείο αλλά προφανώς αυτό δεν ήταν κάτι που με απασχολούσε. Το επόμενο διάστημα ήρθαν διάφοροι φίλοι και γνωστοί να με δουν. Μέχρι και κάποιοι καθηγητές. Είχε έρθει πια το καλοκαίρι, όταν πήρα εξιτήριο. Όλοι θεώρησαν πως είχε τελειώσει το θέμα. 

Όλο αυτό το διάστημα, κανείς δεν μου είχε πει τι είχε συμβεί στον Άρη. Μετά από επίμονες προσπάθειες, μια μέρα ήρθε ο πατέρας μου και μου είπε όσο πιο ψυχρά γινόταν πως εκείνη την ημέρα ο Άρης κόντεψε να πεθάνει εκείνη την ημέρα και το πρόγραμμα σταμάτησε. Έμεινε παράλυτος στο νοσοκομείο και οι γιατροί δεν έδιναν ελπίδες να επανέλθει. Η μητέρα μου λίγο αργότερα ήρθε να δικαιολογηθεί. Φοβόταν πως θα νιώσω υπεύθυνος για αυτό που του είχε συμβεί και για αυτό όλοι μου το έκρυβαν. 

Αργότερα με έβαλαν να δω το βίντεο από όλα όσα είχαν συμβεί. Φαινόταν ξεκάθαρα πως αφού έκοψα το καλώδιο ο Άρης έμεινε νεκρός εκεί, ενώ εγώ ούρλιαζα και προσπαθούσα να γδάρω τον εαυτό μου. Οι άντρες που μπήκαν στο δωμάτιο έκαναν υπεράνθρωπες προσπάθειες να με κρατήσουν μέχρι που έπεσα κάτω. Μετά έπεσαν πάνω από τον Άρη για να προσπαθήσουν να τον σώσουν. Έτρεξαν έξω και έφεραν ένα άλλο καλώδιο. Είχε μπει και η γιατρός μέσα και προσπαθούσε να ενώσει το καινούριο καλώδιο στα δύο σώματά μας. Μετά από λίγο το έκανε. Είδα τον Άρη να σηκώνεται και λίγο αργότερα να πέφτει πάλι κάτω.

Ο καιρός περνούσε και όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Είχα ζητήσει να πάω να δω τον Άρη αρκετές φορές, όμως δεν μου το είχαν επιτρέψει. Έφερνα ξανά και ξανά τις τελευταίες στιγμές μέσα στο μυαλό μου πριν σβήσουν όλα και προσπαθούσα να αποφασίσω αν η σειρά με την οποία θυμόμουν τα γεγονότα ήταν η σωστή.

Θυμόμουν σε όλο αυτό το παιχνίδι με το φως και το σκοτάδι τον Άυπνο να μας επιτίθεται. Όταν έφτασε μπροστά μου είδα πως δεν είχε πρόσωπο. Ούτε μάτια, ούτε στόμα, ούτε μύτη, ούτε τίποτα. Ένα κενό πρόσωπο που περίμενε να γίνει ίδιο με το δικό μου. Ο Άρης πάλεψε μαζί του. Η πόρτα είχε κλείσει τη στιγμή που ο ξενιστής πήρε τον έλεγχο του σώματός μου και έκοψε το καλώδιο. Τώρα όχι μόνο δεν μπορούσε να φύγει από εκεί, αλλά είχε κρατήσει και τον 'Αρη μαζί μας. Την ώρα που πάλευαν η πόρτα άνοιξε και πάλι στιγμιαία. Είδα τον Άυπνο να γρυλίζει και τον Άρη να τον αγκαλιάζει και να τον τραβάει προς την πόρτα. Τον άκουσα να φωνάζει ότι ήταν η τελευταία τους ευκαιρία. Και μετά σκοτάδι. 

Αυτό σήμαινε πως ο Άρης είχε καταφέρει να πάρει μαζί του τον Άυπνο, όμως γιατί δεν επανήλθε; Ίσως τα δευτερόλεπτα ή λεπτά που είχε μείνει μακριά από το σώμα του αρκούσαν για να πάθει βλάβη το σώμα του. Ήταν άλλωστε από την αρχή ξεκάθαρος. Η πόρτα δεν έπρεπε να κλείσει. 

Είχα αποφασίσει να πάω να δω τον Άρη και έτσι με κάποια ψέματα και υπεκφυγές κατάφερα να φτάσω στο νοσοκομείο και στον θάλαμό του. Ήταν τόσο καιρό εκεί, που κανένας δεν με σταμάτησε όταν  μπήκα στο δωμάτιο. Τα μάτια του κοιτούσαν το κενό. Έμεινα αμίλητος αρκετή ώρα προσπαθώντας να βρω τρόπο να του πω ότι τον ευχαριστώ. Λίγο πριν φύγω πήγα κοντά του και άγγιξα το χέρι του. Μου το έσφιξε με δύναμη και τα μάτια γύρισαν και με κοίταξαν. σαν ηλεκτρικό ρεύμα μια φωνή με διαπέρασε. 

«Έρχονται πάλι και είναι πολλοί. Μην τους ανοίξεις.»

Τα μάτια του γύρισαν πάλι στο κενό και το χέρι του χαλάρωσε. Είχα τρομοκρατηθεί. Αν ένας Άυπνος μπορούσε να κάνει αυτό που μου έκανε, τι θα γινόταν αν έρχονταν παραπάνω;

Ένα βράδυ που κοιμόμουν άκουσα και πάλι έναν ήχο από πόρτα να χτυπάει. Το σώμα μου τινάχτηκε βίαια. Προφανώς δεν είχε ξεχάσει τι είχε συμβεί την τελευταία φορά που είχε συμβεί αυτό. Η πόρτα σχηματίστηκε ξεκάθαρα μέσα στο κεφάλι μου. Αρνήθηκα να την ανοίξω.

Αυτό συνέχισε να συμβαίνει όλο και πιο συχνά. Κάποιες φορές μπορούσα να ακούσω τον ήχο και την ώρα που ήμουν ξύπνιος. Άλλες φορές την ώρα του μαθήματος, άλλες όταν ήμουν με την παρέα μου ή ακόμα και όταν έβλεπα τηλεόραση. Ήταν ο Άυπνος και προσπαθούσε να μπει και εγώ φυσικά δεν θα του έκανα το χατήρι. Αναρωτιόμουν τι άλλο υπήρχε εκεί πίσω μαζί του. Ο Άρης είχε πει ότι έρχονται και είναι πολλοί. 

Το χτύπημα είχε αρχίσει να μοιάζει με εφιάλτη. Πλέον μπορούσες να διακρίνεις ρωγμές γύρω από την πόρτα. Ήταν προφανές πως αργά ή γρήγορα αυτή η πόρτα θα άνοιγε και πάλι. Μέσα μου ευχόμουν να μπορούσα να μάθω από τον Άρη τι μπορούσα να κάνω.

Μέσα σε λίγους μήνες η ζωή μου είχε γίνει πάλι εφιάλτης. Ήμουν συνεχώς θυμωμένος και κουρασμένος. Ένα ανελέητο σφυροκόπημα έκανε το κεφάλι μου να θέλει να σπάσει. Ήμουν απελπισμένος. Έφτιαξα ένα γράμμα στο οποίο εξηγούσα τι μου συνέβαινε και το είχα πάντα μαζί μου. Σκεφτόμουν πως πολύ εύκολα σε μια στιγμή τρέλας μπορεί να έψαχνα την λύτρωση στον θάνατο. 

Πήγα άλλη μια φορά στο νοσοκομείο. Ήθελα να αποχαιρετίσω τον Άρη. Μπήκα στο δωμάτιο, αλλά απέφυγα να τον ακουμπήσω. Το βλέμμα του κενό. Έκατσα σε μια καρέκλα δίπλα του. 

«Δεν αντέχω άλλο. Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Όπου να 'ναι η πόρτα θα σπάσει και τότε δεν θα είμαι εγώ. Ξέρω πως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Μα μόνο μια λύση βλέπω. Θα πεθάνω Άρη. Για αυτό ήρθα εδώ. Ήθελα να σου πω αντίο»

Τη στιγμή εκείνη ένιωσα το κεφάλι μου να κόβεται στα δύο. Έπεσα στο πάτωμα. Ο ήχος ερχόταν από παντού. Πλέον δεν υπήρχε πόρτα. Οι τοίχοι διαλύθηκαν και ένα σωρό αλλόκοτα πλάσμα περνούσαν στο μυαλό μου. Δεν είχαν κάποιο συγκεκριμένο σχήμα, έμοιαζαν ρευστά, έτοιμα να πάρουν το σχήμα του ξενιστή τους. Μπορούσαν να ακούσω εκείνο το γρύλισμα και πάλι. Θα χανόμουν. Κάποιος από αυτούς θα αναλάμβανε την ύπαρξη μου. Στην απελπισία μου πιάστηκα από το κρεβάτι να σηκωθώ και ακούμπησα το χέρι του Άρη.

Λευκό χρώμα ξεχύθηκε στο μυαλό μου. Λες και κάποιος είχε ανοίξει το παράθυρο σε κάποιο σκοτεινό μέρος. Είδα τον Άρη να έρχεται και να πηγαίνει προς τα πλάσματα.

«Δεν ήρθα ακόμα η ώρα να περάσουν στον κόσμο μας.»

Όλα τα πλάσματα όρμησαν πάνω του. Εκείνος συνέχισε να περπατάει προς την πύλη.

«Ώρα να πάμε πίσω στον κόσμο σας»

Μπήκε στην πύλη μαζί τους. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος τράνταξε τα πάντα. Θα ήμουν σίγουρος πως ολα έγιναν μες στο μυαλό μου, αν δεν έβλεπα ανοίγοντας τα μάτια μου ότι το δωμάτιο ήταν άνω κάτω. Τα πάντα ήταν σπασμένα. Φαινόταν σαν να έχει περάσει ανεμοστρόβιλος. Οι νοσηλευτές έτρεξαν και μπήκαν στο δωμάτιο. Ήρθαν από πάνω μου, ενώ όλοι ρωτούσαν που ήταν ο ασθενής. Κοίταξα στο κρεβάτι και ο Άρης είχε εξαφανιστεί. 

Κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει τι είχε συμβεί σε εκείνο το δωμάτιο. Κανείς δεν ήξερε πώς σώθηκε ο κόσμος μας για λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου. Και κανείς δεν θα μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που έκανε ο Άρης.

Δεν ξαναμίλησα ποτέ. Δεν έχω ξεκαθαρίσει κι εγώ ο ίδιος αν η φωνή μου έφυγε μαζί τους, ή απλά αρνούμαι να ανοίξω το στόμα μου για να μην χρειαστεί να μιλήσω ποτέ για όλα όσα έζησα. Μου ζήτησαν να γράψω τι είχε συμβεί. Μα πώς να γράψεις κάτι τέτοιο; Αρνήθηκα σε εκείνους, όμως εγώ ο ίδιος έπρεπε να τα γράψω.

Το μόνο που ξέρω γράφοντας αυτές τις γραμμές είναι πως ένας άλλος κόσμος μας χτυπάει την πόρτα. Ίσως ακόμα δεν ήρθε η ώρα να ακούσουμε το κάλεσμα, πόσο μάλλον να ανταποκριθούμε σε αυτό. Αν ποτέ αυτό το γραπτό φτάσει στα χέρια σας, σας εκλιπαρώ. 

ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τελευταία Νέα

Μαύρη Τρύπα (Διήγημα)

«Είσαι έτοιμη;» «Ναι μπαμπά, εσύ;» «Κι εγώ... Μάλλον!» Ο πατέρας κοίταξε προς τα κάτω. Είχαν ανέβει είκοσι μέτρα πάνω από το έδαφος από τα σ...

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κατεβάστε και διαβάστε δωρεάν τη νουβέλα «Ο Δαίμων του Τυπογραφείου»

Οι ιστορίες μικρού μήκους από τη δημοσιογράφο Σοφία Λαέρτη!

Διαβάστε δωρεάν την ιστορία μου μικρού μήκους «Το παγκάκι στην άκρη του γκρεμού»!