Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Τοκ Τοκ - Μέρος Α' (Διήγημα)

«Δεν μπορείς να μείνεις εδώ απόψε;»
«Ξέρεις πως αυτό δεν γίνεται γλυκιά μου. Πρέπει να πάω για δουλειά»
Ο πατέρας της, την χάιδεψε απαλά στο κεφάλι και την φίλησε στο μέτωπο. Έπειτα την σκέπασε και βγήκε από το δωμάτιο. 
Στην έξοδο τον περίμενε η γυναίκα του.
«Ξέρεις δεν στεναχωριέται μόνο η μικρή που φεύγεις τα βράδια». 
«Ξέρεις ότι δεν είναι επιλογή μου. Είναι η μόνη δουλειά που βρήκα και για να είμαι ειλικρινής είναι εύκολη και με καλά λεφτά».
Δούλευε σα νυχτοφύλακας σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε πόρτες ασφαλείας. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει είναι μία φορά την ώρα (εντάξει κάποιες φορές σε δύο ώρες!) να περνάει από όλους τους χώρους και να υπογράφει σε ένα χαρτί. Στο μυαλό του έμοιαζε με την περίπολο που έκαναν στο στρατό. Όλη την υπόλοιπη ώρα διάβαζε κάποιο βιβλίο ή χάζευε κάποια ταινία είτε στον υπολογιστή, είτε στο κινητό του. 
«Το ξέρω. Ελπίζω μόνο να βρούμε γρήγορα κάτι καλύτερο.» 
Τον φίλησε και εκείνος άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον δρόμο. Άκουσε την πόρτα να κλείνει από μέσα και να κλειδώνει. Περπάτησε μέχρι το αμάξι. Έβαλε μπροστά και κατευθύνθηκε προς τη δουλειά του. Πάτησε το ραδιόφωνο, αλλά δεν έβαλε μουσική. Έβαλε ένα cd και μια φωνή ξεκίνησε την αφήγηση. Το τελευταίο διάστημα είχε ανακαλύψει τα ακουστικά βιβλία. Είχε κουραστεί να ακούει μουσική κάθε βράδυ. Είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί πως τα τραγούδια επαναλαμβάνονταν με μεγαλύτερη συχνότητα από όσο άντεχε. Είχε πει σε έναν φίλο του το πρόβλημα και εκείνος του έδωσε τη λύση. Τώρα διάβαζε ένα βιβλίο και τις υπόλοιπες ώρες άκουγε ένα. Ήταν απλά παραγωγικό. Και μάλιστα την ώρα που δούλευε.
Έφτασε στο εργοστάσιο. Η πύλη άνοιξε και ο συνάδελφός του, τον περίμενε ευτυχισμένος που είχε τελειώσει ήδη η βάρδια του. Έβγαλε τη ζώνη με τον φακό και τον ασύρματο και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του.
«Τι θα ακούσεις σήμερα;»
«Ακούω τα σταφύλια της οργής. Ήθελα να γνωρίσω και κανένα κλασσικό βιβλίο.»
«Εγώ μόνο όταν βγαίνουν σε ταινία θα μάθω το περιεχόμενο ενός βιβλίου!»
Ο συνάδελφος του ήταν καλός άνθρωπος. Δεν του άρεσε το διάβασμα, μόνο αθλητικές εφημερίδες τον είχε δει να διαβάζει, όμως ήταν ήσυχος και όταν έπαιρνε μέρος στη συζήτηση, είχε πράγματα να πει.
Τον καληνύχτισε, χτύπησαν και οι δύο τις κάρτες τους και έτσι ξεκίνησε η νυχτερινή βάρδια στο εργοστάσιο.
Όπως κάθε βράδυ ξεκίνησε με μια γρήγορη βόλτα στο εργοστάσιο. Ήθελε να βεβαιωθεί πριν ακόμα ο συνάδελφός του φτάσει σπίτι ότι όντως δεν υπήρχε κάποιο θέμα που μπορεί να του το φόρτωναν. Όλοι είναι καλοί μέχρι να κινδυνέψουν να χάσουν κάτι. Ήταν μια φράση που συνήθιζε να χτυπάει σαν ειδοποίηση στο κεφάλι του κάθε φορά που αναλάμβανε μια υποχρέωση. Ήξερε πολύ καλά πως κανείς δεν νοιαζόταν για τον ίδιο περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό.
Πέρασε γρήγορα όλον τον όροφο με τα γραφεία και κατέβηκε στη γραμμή παραγωγής. Εκεί πέρασε ανάμεσα στους διαδρόμους με τις όρθιες πόρτες να κρέμονται αριστερά και δεξιά περιμένοντας υπομονετικά τους εργαζόμενους το πρωί να συνεχίσουν από εκεί που έμειναν. Όλα ήταν στη θέση τους. Και γιατί να μην ήταν; Ποιος θα έμπαινε στον κόπο να εισβάλλει σε ένα εργοστάσιο που φτιάχνει πόρτες ασφαλείας; Μόνο την περίπτωση απροσεξίας και ζημιάς φοβόταν, γιατί αυτό θα σήμαινε αυτομάτως και κράτηση της ζημιάς από τον μισθό του.
Όλα ήταν στη θέση τους. Πήγε στο δωμάτιο φύλαξης. Εκεί μπροστά του υπήρχε μια οθόνη με τις κάμερες ασφαλείας, δίπλα μια μικρή τηλεόραση και ένα ραδιόφωνο. Δεν υπήρχε φυσικά κρεβάτι, μα η καρέκλα ήταν αναπαυτική και έπεφτε πίσω, ιδανική για έναν γρήγορο ύπνο τις δύσκολες νύχτες. Πιο δίπλα ένα μικρό ψυγείο κι ένας πάγκος με όλα τα υλικά για καφέ. Εκεί ήταν και η πρώτη του στάση.
Με τον καφέ στο χέρι έκατσε για λίγο μπροστά στην τηλεόραση. Είχε μια παλιά αγαπημένη του σειρά σε επανάληψη και δεν έχασε την ευκαιρία. Με την άκρη του ματιού του είδε στην οθόνη παρακολούθησης μια μικρή λάμψη στη μονάδα παραγωγής.
Ε τι έγινε εκεί κάτω; 
Έστρεψε το βλέμα του στην οθόνη περιμένοντας να δει. Μία φορά στο παρελθόν είχε σπάσει μια λάμπα από τη θερμότητα και υπήρξε κίνδυνος πυρκαγιάς. Φόρεσε τη ζώνη με τον φακό και τον ασύρματο και κατέβηκε στη μονάδα.
Μόλις μπήκε μέσα ένα φως τρεμόπαιζε στη μία πλευρά. Αν είχε χαλάσει, θα έπρεπε να το αλλάξει. Είχαν μια ντουλάπα με αναλώσιμα είδη για τέτοιες περιπτώσεις. Πήγε κοντά. Δεν έφτανε να την πιάσει και να την κουνήσει λίγο. Έπιασε μια καρέκλα και ανέβηκε πάνω. Κούνησε λίγο τη λάμπα και εκείνη σταμάτησε να αναβοσβήνει. Ευτυχώς! 
Κατέβηκε και ξεκίνησε για το γραφείο.
Τοκ Τοκ!
Πάγωσε. Άκουσε μια πόρτα να χτυπάει. Για την ακρίβεια ένα χέρι να χτυπάει την πόρτα. Γύρισε τον φακό προς τον διάδρομο.
«Ποιος είναι εκεί; Έχει ήδη ειδοποιηθεί η αστυνομία!»
Δεν έλεγε ψέματα πως μπορούσε να την καλέσει με το πάτημα ενός κουμπιού. Όμως δεν το είχε κάνει. Όταν καλούσαν την αστυνομία χωρίς λόγο, συνήθως τους έβλεπαν με καχυποψία. Μα εδώ ήταν χτύπημα σε μια πόρτα! Σε ποια όμως;
«Ποιος είναι εκεί; Βγες έξω!»
Σιωπή. Τώρα η σειρά με τις πόρτες έμοιαζε ατελείωτη στα μάτια του. Ξεκίνησε αργά και σταθερά να περπατάει. Θα έπρεπε να τις ελέγξει όλες.
Πέρασε τις πρώτες πόρτες και δεν είδε τίποτα το περίεργο. Προχώρησε πιο κάτω.
Τοκ Τοκ!
Ένας δυνατός θόρυβος στην πόρτα δίπλα του τον έκανε να πεταχτεί. Αυτή τη φορά πάτησε το κουμπί.
«Ποιος είναι εκεί; Τι θέλετε;»
Ξαφνικά στην άλλη άκρη της αίθουσας ο ίδος χτύπος. Τοκ Τοκ!
Μα πώς;
Προσπαθούσε να υπολογίσει ποιος άνθρωπος θα κατάφερνε να φτάσει τόσο γρήγορα στην άλλη άκρη της αίθουσας.
Είναι δύο!
Είχε τρομοκρατηθεί, αλλά κράτησε την ψυχραιμία του. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να φανεί λιπόψυχος.
«Τι θέλετε;»
Σιωπή σε όλο το κτίριο. Έβγαλε το κινητό του από την τσέπη. Ήταν στη δόνηση. Ήταν από την εταιρία φύλαξης.
Σήκωσε το τηλέφωνο.
«Τι συμβαίνει εκεί;»
«Υπάρχουν άγνωστα άτομα στο κτίριο. Στη μονάδα παραγωγής. Τουλάχιστον δύο. Δεν έχω οπτική επαφή. Ναι;»
«Ε...νε..βε»
Η γραμμή έπεσε. Το τηλέφωνο του δεν είχε σήμα. Ήλπιζε ότι έχουν ακούσει τα βασικά. Συνέχισε να κοιτάζει γύρω του. Του φάνηκε πως είδε μια φιγούρα να κινείται στην άκρη του διαδρόμου.
«Εσύ εκεί! Σταμάτα!»
Έτρεξε προς τα εκεί. Ξαφνικά πίσω του ακούστηκαν οι πόρτες να ανοιγοκλείνουν. Γύρισε με τον φακό και είδε πράγματι τις πόρτες να ανοιγοκλείνουν.
Δεν...Δεν είναι δυνατόν! Τι συμβαίνει;
Αποφάσισε πως δεν χρειαζόταν να μείνει άλλο εκεί μέσα. Έτρεξε προς την πόρτα. Ο ήρωας είχε πολλά πλεονεκτήματα, μα ένα μεγάλο μειονέκτημα. Συνήθως ήταν νεκρός. Επομένως ας τον έλεγαν δειλό. Μόλις έφτασε στην πόρτα ανακάλυψε πως ήταν κελιδωμένη.
Με κλείδωσαν εδώ και ληστεύουν το κτίριο. Τουλάχιστον δεν φαίνεται να θέλουν να με πειράξουν.
Αυτή η σκέψη τον έκανε να ηρεμήσει. Τον παγίδευσαν για να τον βγάλουν από τη μέση. Τώρα απλά θα έπρεπε να περιμένει.
Οι πόρτες πίσω του συνέχισαν να ανοιγοκλείνουν. Αυτό όμως, πώς το κάνουν;
Είδε μια πόρτα στο βάθος που δεν ήταν ανοικτή, όμως με κάποιον τρόπο προσπαθούσε να ανοίξει. Την πλησίασε για να δει πως γίνεται αυτό. Κοίταξε από πίσω. Δεν υπήρχε κανείς. Το ίδιο και από μπροστά. Ήταν μια πόρτα ασφαλείας με την κάσα της και δεν υπήρχε κανείς σε καμία από τις πλευρές της. Κι όμως κάποιος προσπαθούσε να την ανοίξει. Τοκ Τοκ Τοκ ΤΟΚ ΤΟΚ!
Η πόρτα χτύπησε με τόση δύναμη που τον έκανε να οπισθοχωρήσει.
Τι γίνεται επιτέλους;
Έπιασε το πόμολο και άνοιξε την πόρτα. Ήθελε να δει με τα μάτια του τι έκανε την πόρτα να χτυπάει έτσι. Φως πλημμύρισε όλον τον χώρο. Ένα έντονο μπλε φως. Έβαλε το χέρι του μέσα. Δεν βγήκε από την άλλη μεριά. Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό!
Ξαφνικά κάποιος, ή κάτι τον έσπρωξε από πίσω. Δεν είχε το μυαλό του πίσω του και δεν έφερε καμία αντίσταση. Μπήκε ολόκληρος μέσα στο μπλε φως. Ούρλιαζε, μα πλέον δεν ακουγόταν στον χώρο της μονάδας παραγωγής. Η πόρτα έκλεισε. Χτύπησε κάποιες φορές ακόμα, όμως δεν υπήρχε κανείς εκεί να την ανοίξει.
Έξω από το εργοστάσιο, σειρήνες περιπολικού αντηχούσαν στον αέρα. Όταν οι αστυνομικοί άνοιξαν την πόρτα με τα όπλα παρατεταμένα, απόλυτη ησυχία υπήρχε σε όλον τον χώρο.

Απόσπασμα από την εφημερίδα New Spot 6/1/2018

Μυστήριο καλύπτει την εξαφάνιση ενός νυχτοφύλακα ιδιωτικής εταιρίας σεκιούριτι, μία ώρα περίπου αφότου ξεκίνησε η βάρδια του στο εργοστάσιο κατασκευής πορτών ασφαλείας στο οποίο εργαζόταν. Η αστυνομία αναφέρει πως υπήρξε κλήση από τον ίδιο λίγο μετά τα μεσάνυχτα, στην οποία ανέφερε εισβολή στο εργοστάσιο. Λίγο αργότερα σε επικοινωνία που είχε η εταιρία μαζί του, στο κινητό του τηλέφωνο, δεν κατέστη δυνατό να μιλήσουν. Από τις κάμερες του εργοστασίου φαίνεται ο άντρας να κατεβαίνει στην γραμμή παραγωγής και εδώ ξεκινάει το μυστήριο. Οι κάμερες σταμάτησαν να γράφουν μετά από λίγο, χωρίς να μπορεί κανείς να βρει στοιχεία για το πού μπορεί να έχει πάει ή τι του έχει συμβεί.
Ο αγνοούμενος είναι παντρεμένος και έχει μια κόρη. Από την επικοικωνία που είχαμε μαζί τους, η σύζυγός του επιμένει πως κάτι κακό του έχει συμβεί.
«Νιώθω πως έχει χαθεί. Η κόρη μου ξύπνησε ουρλιάζοντας περίπου την ίδια ώρα που εκείνος χάθηκε. Πήγα τρέχοντας στο δωμάτιό της και μου είπε κλαίγοντας πως κάτι κακό είχε πάθει ο μπαμπάς. Της εξήγησα πως είδε εφιάλτη, μα επέμενε πως τον άκουσε να φωνάζει πίσω από την κλειστή ντουλάπα. Δεν ξέρω αν ήταν η φαντασία μου ή όχι, άκουσα κι εγώ στο δωμάτιο να χτυπάνε τα φύλλα της ντουλάπας.» Ίσως ήμουν επηρεασμένη. Άνοιξα και δεν βρήκα κάτι. Την ίδια ώρα με κάλεσαν από την αστυνομία...»
Πολλές εικασίες για το τι έχει συμβεί. Ένας εργάτης που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του ισχυρίζεται πως το εργοστάσιο είναι στοιχειωμένο και ο αγνοούμενος έπεσε θύμα του.
«Δεν θέλω να πω πολλά, μα το παρελθόν του εργοστασίου είναι γεμάτο με περίεργα γεγονότα....»
Η έρευνα για τον αγνοούμενο συνεχίζεται, ενώ από την πλευρά μας γίνεται περαιτέρω έρευνα, ώστε να εξακριβωθούν τα λέγομενα της ανώνυμης πηγής. Περισσότερα σε επόμενο άρθρο.

Σοφία Λαέρτη


Για να διαβάσετε το δεύτερο μέρος πατήστε εδώ.      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τελευταία Νέα

Ολοκληρώθηκε η συγγραφη του καινούριου μυθιστορήματος!

  Μετά από δέκα μήνες δουλειάς και εργασιών, ολοκληρώθηκε η συγγραφή ενός ακόμα μυθιστορήματος. Δεν μπορώ να αποκαλύψω ακόμα όνομα ή υπόθεση...

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Οι ιστορίες μικρού μήκους από τη δημοσιογράφο Σοφία Λαέρτη!

Διαβάστε δωρεάν την ιστορία μου μικρού μήκους «Το παγκάκι στην άκρη του γκρεμού»!